Σύμβολο της Πίστεως (το «Πιστεύω»)

Το Σύμβολο της Πίστεως είναι το σημαντικότερο κείμενο δογματικής ομολογίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και διαβάζεται ως προσευχή. 

Πιο κάτω θα μάθουμε την ιστορία και τις απορίες μας για το Πιστεύω.

Θεσπίστηκε από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.) και τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (381 μ.Χ.).
Αποτελείται από 12 άρθρα που συνοψίζουν τα δόγματα για τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιο Πνεύμα, την Εκκλησία, τα Μυστήρια και τη Δευτέρα Παρουσία.
Το «Πιστεύω» δημιουργήθηκε μέσα από την ανάγκη της πρώιμης Εκκλησίας να προστατεύσει την καθαρότητα της χριστιανικής διδασκαλίας και να ξεκαθαρίσει τι είναι αλήθεια και τι αίρεση (δηλαδή λάθος).

Η μετάφραση του Συμβόλου της Πίστεως («Πιστεύω») στη νεοελληνική γλώσσα αποδίδει το αρχαίο κείμενο με απλό και κατανοητό τρόπο. Παρακάτω θα βρείτε το αρχαίο κείμενο δίπλα-δίπλα με τη μετάφρασή του στα νέα ελληνικά, χωρισμένο σε 12 άρθρα.

Αρχαίο ΚείμενοΜετάφραση
1. Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. 1. Πιστεύω σε έναν Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα, δημιουργό του ουρανού και της γης, και όλων όσων βλέπουμε και δεν βλέπουμε.
2. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.2. Και σε έναν Κύριο, τον Ιησού Χριστό, τον μονογενή Υιό του Θεού, που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες. Φως από φως, Θεό αληθινό από Θεό αληθινό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, ο οποίος έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα και μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα.
3. Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα.3. Αυτόν που για εμάς τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς, πήρε σάρκα από το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μαρία και έγινε άνθρωπος.
4. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα.4. Που σταυρώθηκε για χάρη μας επί Ποντίου Πιλάτου, έπαθε και τάφηκε.
5. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς.5. Και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με τις Γραφές.
6. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.6. Και ανέβηκε στους ουρανούς και κάθεται στα δεξιά του Πατέρα.
7. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.7. Και θα έρθει πάλι με δόξα για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και η βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος.
8. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν.8. Και στο Άγιο Πνεύμα, το Κύριο και Ζωοποιό, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, το οποίο προσκυνείται και δοξάζεται μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, και το οποίο μίλησε μέσω των προφητών.
9. Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.9. Στη μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
10. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.10. Αναγνωρίζω ένα βάπτισμα για τη συγχώρεση των αμαρτιών.
11. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν.11. Προσμένω την ανάσταση των νεκρών.
12. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.12. Και τη ζωή του μελλοντικού αιώνα. Αμήν.
Αρχαίο ΚείμενοΝέα Ελληνικά

Η ιστορία του Πιστεύω
Η δημιουργία του έγινε σε δύο στάδια από τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους: 

1ο Στάδιο: Η Σύνοδος της Νίκαιας (325 μ.Χ.)
Η Αιτία: Ένας ιερέας από την Αλεξάνδρεια, ο Άρειος, άρχισε να διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά ένα ανώτερο κτίσμα (δημιούργημα) του Θεού. Αυτό προκάλεσε τεράστια αναταραχή στην Αυτοκρατορία.
Η Λύση: Ο Αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια. Εκεί συγκεντρώθηκαν 318 Επίσκοποι (ανάμεσά τους ο Άγιος Νικόλαος και ο Άγιος Σπυρίδωνας). 
Το Αποτέλεσμα: Οι Πατέρες καταδίκασαν τον Άρειο και έγραψαν τα 7 πρώτα άρθρα του «Πιστεύω». Χρησιμοποίησαν τη λέξη-κλειδί «ομοούσιον», που σημαίνει ότι ο Χριστός έχει την ίδια ακριβώς ουσία/φύση με τον Πατέρα

2ο Στάδιο: Η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (381 μ.Χ.)
Η Αιτία: Λίγα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε μια νέα αίρεση (οι Πνευματομάχοι), με αρχηγό τον Μακεδόνιο, η οποία ισχυριζόταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι Θεός. 
Η Λύση: Ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ συγκάλεσε τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. 
Το Αποτέλεσμα: Οι 150 Πατέρες της Συνόδου (μεταξύ των οποίων ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) πρόσθεσαν τα τελευταία 5 άρθρα (8 έως 12). Εδώ ξεκαθαρίστηκε η θεότητα του Αγίου Πνεύματος, ο ρόλος της Εκκλησίας, το Βάπτισμα και η προσμονή της Ανάστασης. 

Η καθιέρωση όμως του «Πιστεύω» μέσα στη Θεία Λειτουργία δεν έγινε αμέσως μετά τη σύνταξή του (το 381 μ.Χ.), αλλά χρειάστηκαν πάνω από 100 χρόνια.
Αρχικά, το κείμενο διαβαζόταν μόνο μία φορά τον χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά τη βάπτιση των νέων Χριστιανών (των κατηχουμένων).

Η εισαγωγή του σε κάθε Θεία Λειτουργία έγινε σταδιακά, μέσα από πολιτικές και θρησκευτικές σκοπιμότητες, ξεκινώντας από την Αντιόχεια και την Κωνσταντινούπολη.

Τα Ιστορικά Βήματα της Καθιέρωσης

471 μ.Χ. (Αντιόχεια): Ο Πατριάρχης Αντιοχείας, Πέτρος ο Κναφεύς, ήταν ο πρώτος που διέταξε να απαγγέλλεται το «Πιστεύω» σε κάθε εκκλησιαστική σύναξη. Το έκανε για πολιτικούς λόγους, θέλοντας να δείξει ότι η Εκκλησία του παρέμενε πιστή στην ορθόδοξη πίστη, εν μέσω σφοδρών θεολογικών ερίδων με τους Μονοφυσίτες.

511 μ.Χ. (Κωνσταντινούπολη): Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Τιμόθεος Α’, καθιέρωσε την ανάγνωσή του σε κάθε Θεία Λειτουργία στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο στόχος ήταν να ελέγχονται οι αιρετικοί: όποιος αρνιόταν να το πει, φανέρωνε αμέσως ότι δεν ήταν ορθόδοξος.

589 μ.Χ. (Δύση): Στη Δυτική Εκκλησία, η καθιέρωση έγινε στη Σύνοδο του Τολέδο στην Ισπανία, προκειμένου να καταπολεμηθεί ο Αρειανισμός που είχε εξαπλωθεί στους Γότθους. Στη Ρώμη βέβαια, η επίσημη εισαγωγή του στη Λειτουργία καθυστέρησε μέχρι το 1014 μ.Χ.

Γιατί ονομάστηκε όμως «Σύμβολο»
και πώς έγινε προσευχή;

Στην αρχαιότητα, το “σύμβολο” ήταν ένα αναγνωριστικό σημάδι. Για τους Χριστιανούς, το κείμενο αυτό έγινε το «σύνθημα» αναγνώρισης μεταξύ τους. Αν κάποιος δεν δεχόταν έστω και μία λέξη από το κείμενο, σήμαινε ότι δεν ήταν ορθόδοξος.

Αρχικά, το κείμενο γραφόταν στον πληθυντικό πληθυσμό («Πιστεύομεν») ως κοινή δήλωση της Εκκλησίας. Πολύ γρήγορα, όμως, μετατράπηκε σε ενικό («Πιστεύω») για να το απαγγέλλει ο κάθε πιστός ξεχωριστά κατά τη βάπτισή του.

Λόγω της τεράστιας πνευματικής του πυκνότητας, η Εκκλησία το ενέταξε στην καθημερινή λατρεία (στη Θεία Λειτουργία και στο Απόδειπνο), μετατρέποντάς το από μια απλή νομική/δογματική δήλωση στην υπέρτατη προσευχή αυτοσυνειδησίας του Χριστιανού.

Γιατί τοποθετήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο της Λειτουργίας;

Μέσα στη Θεία Λειτουργία, το «Πιστεύω» διαβάζεται αμέσως μετά τον ασπασμό της αγάπης («Αγαπήσωμεν αλλήλους…») και ακριβώς πριν από την Αγία Αναφορά (τη στιγμή που το ψωμί και το κρασί μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού).
Αυτό έγινε για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους:
Η Αγάπη προηγείται της Πίστης: Η Εκκλησία ορίζει ότι για να ομολογήσουμε την κοινή μας πίστη, πρέπει πρώτα να είμαστε συμφιλιωμένοι και αγαπημένοι μεταξύ μας.
Προϋπόθεση για το Μυστήριο: Η Θεία Κοινωνία είναι το μυστήριο της ενότητας. Δεν μπορείς να κοινωνήσεις αν δεν πιστεύεις στα ίδια δόγματα με την υπόλοιπη κοινότητα. Έτσι, το «Πιστεύω» λειτουργεί ως μια πνευματική «υπογραφή» και επιβεβαίωση της ταυτότητας των πιστών, πριν συμμετάσχουν στο μεγάλο Μυστήριο.

Γιατί το «Πιστεύω» το απαγγέλλει όλο το εκκλησίασμα μαζί;

Στην Ορθόδοξη Λειτουργία, οι ψάλτες και ο χορός εκπροσωπούν τον λαό στα περισσότερα τροπάρια. Όμως, το «Πιστεύω» (όπως και το «Πάτερ Ημών») αποτελεί εξαίρεση: είναι σχεδιασμένο να απαγγέλλεται από όλο το εκκλησίασμα με μία φωνή.

Προσωπική και Συλλογική Ευθύνη: Η χρήση του ενικού αριθμού («Πιστεύω» και όχι «Πιστεύουμε») σημαίνει ότι ο κάθε πιστός παίρνει προσωπικά την ευθύνη της ομολογίας του. Ταυτόχρονα, η ταυτόχρονη απαγγελία από όλους μαζί δείχνει ότι, παρά την ατομική μας ελευθερία, είμαστε ενωμένοι σε μία κοινή πίστη.

Η Ιστορική Παράδοση της «Κραυγής»: Στα βυζαντινά χρόνια, η απαγγελία γινόταν με ορμή και ένταση από χιλιάδες πιστούς μέσα στους ναούς (όπως στην Αγιά Σοφιά), λειτουργώντας ως μια θριαμβευτική κραυγή της αλήθειας απέναντι στο σκοτάδι των αιρέσεων.

Γιατί διαβάζεται και δεν ψάλλεται: Στην ελληνική ορθόδοξη παράδοση, το «Πιστεύω» λέγεται στρωτά (χυμά) και δεν μελωδείται. Αυτό γίνεται σκόπιμα για να τονιστεί ότι πρόκειται για νομικό-δογματικό κείμενο (συμβόλαιο) και όχι για ποιητικό ύμνο. Η απλή ανάγνωση διευκολύνει επίσης τον κάθε απλό πιστό να συμμετέχει, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει βυζαντινή μουσική.

Οι Διαφορές στη Χρήση του Πιστεύω
μεταξύ Ανατολής (Ορθόδοξοι) και Δύσης (Ρωμαιοκαθολικοί)

Αν και το κείμενο ξεκίνησε από την κοινή χριστιανική ρίζα, η χρήση του στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία εμφάνισε βαθιές διαφορές, τόσο δογματικές όσο και λειτουργικές:

Α. Η Δογματική Διαφορά (Το Filioque)
Ανατολή: Στο 8ο άρθρο για το Άγιο Πνεύμα, οι Ορθόδοξοι λένε αυστηρά: «…το εκ του Πατρός εκπορευόμενον». Η πηγή της θεότητας είναι μόνο ο Πατέρας.
Δύση: Οι Ρωμαιοκαθολικοί πρόσθεσαν τη φράση «και εκ του Υιού» (Filioque). Αυτή η μονομερής αλλαγή του κειμένου των Οικουμενικών Συνόδων από τη Ρώμη θεωρήθηκε από την Ανατολή ως νόθευση του δόγματος και αποτέλεσε την κύρια αιτία για το Μεγάλο Σχίσμα του 1054.

Β. Η Μουσική και η Εκτέλεση
Ανατολή: Όπως αναφέρθηκε, το κείμενο διαβάζεται με σοβαρό, σταθερό και καθαρό λόγο (απαγγελία).
Δύση: Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, το «Πιστεύω» (γνωστό στα λατινικά ως Credo) ψάλλεται κανονικά από τη χορωδία ή το εκκλησίασμα. Μάλιστα, σπουδαίοι κλασικοί συνθέτες (όπως ο Μότσαρτ, ο Μπαχ και ο Μπετόβεν) έχουν γράψει μεγαλειώδεις μουσικές συνθέσεις πάνω στο κείμενο του Credo (μέσα στις περίφημες «Λειτουργίες» τους).

Γ. Η Συχνότητα στη Λειτουργία
Ανατολή: Στην Ορθοδοξία, το «Πιστεύω» είναι απαράβατο κομμάτι κάθε μίας Θείας Λειτουργίας, ανεξαρτήτως ημέρας (καθημερινή, Κυριακή ή γιορτή).
Δύση: Στη Ρωμαιοκαθολική Λειτουργία, το Credo δεν λέγεται καθημερινά. Απαγγέλλεται ή ψάλλεται μόνο τις Κυριακές και τις μεγάλες επίσημες γιορτές (Solemnities) της Καθολικής Εκκλησίας.

Δ. Η Ύπαρξη Εναλλακτικών Συμβόλων στη Δύση
Ανατολή: Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει και χρησιμοποιεί στη λατρεία μόνο το Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.
Δύση: Οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες χρησιμοποιούν συχνά στη Λειτουργία τους και ένα άλλο, μικρότερο κείμενο, το «Σύμβολο των Αποστόλων» (Apostles’ Creed), το οποίο είναι παλαιότερης δυτικής προέλευσης, αλλά δεν έχει την οικουμενική επικύρωση που έχει το «Πιστεύω».



Απάντηση

Website-Übersetzung »

Discover more from ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ FREIBURG

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading